April 29, 2010


Found photograph

If photographs are meditations on memory, then they are also, inescapably, meditations on death. This is partly because the ability to travel in imagination from present to past cannot be divorced from that, more ambiguous, of projecting into the future; we remember, with greater or lesser accuracy, what has been, but the one thing we know about the future we know with absolute authority, and that is our own passing. The other reason, of course, is that photographs are subject to a kind of temporal red-shift. Far from standing still, they recede from us at the speed of light; faces, objects, landscapes, all vanish over the event horizon almost as soon as the emulsion dries. It has been said that photographs are a way of seizing and preserving time, of saving something from the Heraclitean flux, but that is a delusion; nothing is as surely torn from our fingers by the rushing waters as the photographs of our dead. This, I think, explains the elegiac nature of so much photography and of almost all old photographs; they are attempts at freezing the passage of time which, inevitably, failed.


Στον βαθμό που κάθε φωτογραφία είναι κατά βάθος ένας στοχασμός πάνω στις διεργασίες της μνήμης, αποτελεί αναπόφευκτα και στοχασμό πάνω στον θάνατο. Και αυτό γιατί η ικανότητά μας να ταξιδεύουμε με τη φαντασία στο παρελθόν συνυπάρχει με την αντίστροφη διαδρομή, την ατένιση δηλαδή του μέλλοντος· ενώ μπορούμε να ανασύρουμε στη μνήμη λεπτομέρειες του παρελθόντος, το μοναδικό μελλοντικό γεγονός για το οποίο μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι είναι η μοιραία έκβαση της ζωής μας. Ο άλλος λόγος είναι το ότι οι φωτογραφίες υπόκεινται σε ένα είδος ερυθρής μετατόπισης (red shift) στον χρόνο. Όχι μόνο δεν στέκονται ακίνητες, παρά αντιθέτως απομακρύνονται από μας με την ταχύτητα του φωτός: πρόσωπα, αντικείμενα, τοπία, όλα εξαφανίζονται πίσω από τον ορίζοντα γεγονότων προτού καλά-καλά στεγνώσει η εμουλσιόν. Κάποιοι πιστεύουν πως με τις φωτογραφίες μπορεί κανείς να συλλάβει και να ακινητοποιήσει τον χρόνο, να σώσει δηλαδή κάτι από τον Ηρακλείτειο ρου - πρόκειται όμως περί αυταπάτης. Τίποτα δεν χάνεται μέσα από τα δάκτυλά μας τόσο γρήγορα όσο οι φωτογραφίες των νεκρών μας. Αυτό, πιστεύω, εξηγεί την ελεγειακή φύση των παλαιών φωτογραφιών: πρόκειται για προσπάθειες να ανασταλεί το πέρασμα του χρόνου, προσπάθειες εκ των ενόντων καταδικασμένες και άκαρπες.

April 24, 2010

CHANGE 23.04.10

23 April 2010, 7.30 pm

April 22, 2010


Lizzie Calligas, Metoikesis, 2010

“The statues are in the museum.
George Seferis, Thrush

The figures in Lizzie Calligas’ photographs are severe, almost hieratic. The once perhaps familiar statues from the old Acropolis museum, wrapped now from head to foot in white linen cloth and on the verge of moving to their new home, seem suddenly and strangely remote. Shrouding has changed not just the statues’ appearance, but their very nature. The anthropomorphic depiction of ancient Greek gods went well beyond a generalised human aspect; significantly, sculptors did not aim at an expressionless or inscrutable appearance, like that of the Egyptian divinities, but gave their statues realistic expressions which are still recognisable today. Naturally, the gods were of their very nature represented as infinitely more impressive, flawless and remote than mortals, yet they remain graven in our image and after our likeness. In contrast to most peoples of the ancient world, when Athenians turned to representations of their gods, they would be confronted with something at least partly familiar. The expressions worn by the gods might suggest condescension or effortless superiority, but they were easily comprehensible.

In Calligas’ arresting images, the statues have acquired a new and almost disquieting gravity. Whereas one might expect the enveloping fabric to diminish their authority, banishing any hint of individuality and reducing them to abject bundles, the effect proves to be exactly the opposite: unrecognisable, the muffled shapes rear up imposingly, virtually demanding our respect. They might be priests, seers or even warriors, were it not obvious that these are deities.

The concept of veiled or covered deities can be found in many different cultures. The Aiseras or Dii Involuti of the Etruscans, the Shrouded Gods, governed the destinies of gods and men alike, much like, according to Bulfinch’s Mythology, “the inscrutable Necessity [Ananke] that filled the dark background of the old Greek religion”. Nor is the notion alien to the monotheistic religions. In a well-known passage, Martin Luther wrote, “Until now we have dealt only with the veiled God, for in this life we cannot deal with God face to face”, whilst according to a Sufi belief, the word “Allah” derives from “al-lâhu”, meaning that which is hidden or veiled. Shrouding, of course, serves two purposes: on the one hand it hides the deity from the unworthy eyes of sinful worshippers, but on the other, it can also blind. Triglav, the three-headed god of the ancient Slavs, was veiled in order to avoid seeing the sins of humanity.

Finally, it is worth mentioning the issues which this latest work raises in the context of the debate around positive and negative sculptural space. If an ancient statue, for example, occupies positive space, and a cast such as Rachel Whiteread’s Holocaust Monument in Vienna’s Judenplatz occupies negative space, where should we place Calligas’ shrouded gods? The statue’s positive space is now bounded and defined by the enveloping fabric, resulting effectively in an imprint or cast of the original. And in any case, what exactly are we dealing with here? Photographic images? Sculpture? Photographic images of sculpture? Photographic images which, having acquired a monumental quality, are laying claim to the status of sculpture? Such a claim is less unlikely today than it would have been even a decade ago; after all, Gilbert and George have been calling their large photographic compositions “two-dimensional sculpture” for some time now.

The statues were once in the museum, and are now again in the museum; whether the change is for the better, only time will tell. The Shrouded Gods, suspended in temporary limbo by Lizzie Calligas, maintain the cryptic silence proper to their nature.

From an essay in Lizzie Calligas: Metoikesis, Cube Art Editions, Athens 2010

Λίζη Καλλιγά, Μετοίκησις, 2010
   - «Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο.
Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη

Οι μορφές που βλέπουμε στις φωτογραφίες της Λίζης Καλλιγά είναι αυστηρές, ιερατικές. Τα άλλοτε γνώριμα αγάλματα, τυλιγμένα εξ ολοκλήρου στο λευκό ύφασμα και έτοιμα για μετοίκιση από τον βράχο της Ακροπόλεως στην καινούργια τους κατοικία, φαντάζουν ξαφνικά απόμακρα και ξένα. Σαβανωμένα, τα αγάλματα αλλάζουν όχι μόνον όψη, αλλά και φύση. Χαρακτηριστικό της απεικόνισης των θεών της αρχαίας Ελλάδας ήταν η ουσιαστική ανθρωποποίηση των, ενσάρκωση που δεν εξαντλείτο σε μια γενικευμένη ανθρώπινη μορφή· είναι ουσιώδες το ότι οι γλύπτες δεν παρουσίαζαν τα έργα τους ανέκφραστα ή αποστασιοποιημένα, όπως τα αγάλματα των Αιγυπτίων, παρά τους έδιναν εκφράσεις ζωντανές, που μπορούμε ακόμα και σήμερα να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε. Φυσικά, οι παραστάσεις των θεών τους ήθελαν εκ των ενόντων απείρως επιβλητικότερους, ομορφότερους και πιό απόκοσμους από τους θνητούς, δεν έπαυαν όμως να είναι φτιαγμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους αρχαίους λαούς, όταν οι Αθηναίοι κοίταζαν τα ομοιώματα των θεών τους, αντίκριζαν κάτι που ήταν, εν μέρει τουλάχιστον, οικείο. Μπορεί οι εκφράσεις των θεών να επέπνεαν ανωτερότητα ή να προκαλούσαν το δέος, τουλάχιστον όμως ήσαν άμεσα αναγνώσιμες και κατανοητές.

Στην αναπάντεχη εκδοχή που παρουσιάζει η Καλλιγά, τα αγάλματα έχουν αποκτήσει μια εντελώς καινούργια, σχεδόν ανησυχητική βαρύτητα. Ενώ θα περίμενε κανείς ότι το ύφασμα που τα κουκουλώνει θα τα αποδυνάμωνε, αφαιρώντας κάθε ίχνος ατομικότητας και μετατρέποντάς τα σε ταπεινούς, ανώνυμους μπόγους, συμβαίνει τελικά το αντίθετο: οι σαβανωμένες μορφές,  αγνώριστες, ορθώνονται επιβλητικά, αξιώνοντας απαιτητικά σχεδόν τον σεβασμό μας. Θα μπορούσαν να είναι ιέρειες, μάντισσες, ακόμα και πολεμιστές, αν δεν ήταν τελικά προφανές ότι πρόκειται για θεότητες.

Η έννοια του συγκεκαλυμμένου θεού συναντάται σε πολλούς πολιτισμούς. Οι Aiseras ή Dii Involuti των Ετρούσκων, οι Σαβανωμένοι Θεοί, κυβερνούσαν θνητούς και θεούς κατά τον ίδιο τρόπο που, σύμφωνα με τη Μυθολογία του Bulfinch, «η αινιγματική Ανάγκη κρύβεται πίσω από τους πρωταγωνιστές της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας». Αλλά και στις μονοθεϊστικές θρησκείες εμφανίζεται η ίδια έννοια. Σε γνωστό του κείμενο, ο Λούθηρος γράφει, «Μέχρις σήμερα, αντικρίζαμε μονάχα τον καλυμμένο Θεό, γιατί σε τούτη τη ζωή δεν μπορούμε να αντικρίσουμε τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο», ενώ κατά μια δοξασία των Σούφι, η λέξη «Αλλάχ» προέρχεται από το al-Lâha, δηλαδή το κρυμμένο, το συγκεκαλυμμένο. Το σαβάνωμα, βέβαια, έχει διπλό αντικείμενο: αφενός κρύβει τη θεότητα από τα μάτια των πιστών, που λόγω των αμαρτιών τους δεν είναι άξιοι να την αντικρίσουν ακάλυπτη, αφετέρου όμως τυφλώνει. Ο Triglav, ο τρικέφαλος θεός των αρχαίων Σλάβων, ήταν σκεπασμένος με πέπλο για να μην βλέπει τα ανομήματα των ανθρώπων.

Αξίζει τέλος να μνημονευθούν ορισμένα ερωτήματα που εγείρουν τα έργα αυτά στο πλαίσιο της συζήτησης γύρω από τις έννοιες του «θετικού» και «αρνητικού» χώρου στη γλυπτική. Εάν ένα αρχαίο άγαλμα, λόγου χάριν, καταλαμβάνει θετικό χώρο, και ένα εκμαγείο σαν αυτά της Rachel Whiteread, όπως το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στη Βιέννη, καταλαμβάνει αρνητικό χώρο, πού ακριβώς θα πρέπει να τοποθετήσουμε τις σαβανωμένες θεότητες της Καλλιγά; Ο θετικός χώρος του αγάλματος ορίζεται πλέον από το περιβάλλον ύφασμα, με αποτέλεσμα να βλέπουμε ουσιαστικά την αποτύπωση ή το εκμαγείο του πρωτοτύπου. Και εν πάση περιπτώσει, με τι έχουμε να κάνουμε εδώ; Πρόκειται για απλές φωτογραφίες; Για γλυπτά; Για φωτογραφίες γλυπτών; Για φωτογραφίες που, έχοντας αποκτήσει μνημειακό χαρακτήρα, διεκδικούν κάτι από την καλλιτεχνική υπόσταση της γλυπτικής; Να θυμηθούμε ότι οι Gilbert & George από καιρό χαρακτηρίζουν τις μεγάλες φωτογραφικές συνθέσεις τους «δισδιάστατη γλυπτική».

Τα αγάλματα ήσαν στο μουσείο, τα αγάλματα βρίσκονται και πάλι στο μουσείο· το κατά πόσον η αλλαγή αυτή είναι για το καλύτερο, ο καιρός θα δείξει. Οι σαβανωμένες θεότητες, στο μεταίχμιο όπου τις τοποθετεί η Λίζη Καλλιγά, τηρούν τη σιωπή που αρμόζει στο λειτούργημά τους.
Απόσπασμα δοκιμίου στον τόμο Λίζη Καλλιγά: Μετοίκησις, Εκδόσεις Τέχνης Κύβος, Αθήνα 2010

April 19, 2010


Unknown photographer, Composite portrait, Athens, c.1912

A three-part composite souvenir portrait of a young woman in a flying machine soaring over the Acropolis of Athens. It consists of a rather crude pen-and-ink drawing of an monoplane, a much older photograph of the Acropolis (or, more likely, its lithographic reproduction), and a contemporary photograph of the woman from the waist up, including her hands and a car steering wheel. This collage, quite sophisticated for its time, would have been the work of a photographic studio rather than a fairground photographer. The woman portrayed is Aikaterini Leftheri from Kythera (b.1889); around 1912 she was in Athens, working for the family of a retired admiral. The photograph must have been taken during one of her afternoons off, and she is depicted in her best walking-out clothes, including an elegant bonnet. Her expression seems slightly apprehensive and she is gripping the steering-wheel hard, as though imagining herself diving through the clouds.

Σύνθετο αναμνηστικό πορτραίτο μιας νέας γυναίκας που πετάει ο ψηλά πάνω από την Ακρόπολη. Αποτελείται από ένα κάπως απλοϊκό αεροπλάνο ζωγραφισμένο με μελάνι, από προγενέστερη φωτογραφία της Ακρόπολης (ή μάλλον, από τη λιθογραφική αναπαραγωγή της), και από σύγχρονη φωτογραφία της γυναίκας από τη μέση και πάνω βαστώντας τιμόνι αυτοκινήτου. Το κολάζ αυτό, αρκετά επιτηδευμένο για την εποχή του, θα πρέπει να ήταν έργο κάποιου φωτογραφικού εργαστηρίου και όχι πλανόδιου. Η γυναίκα ήταν η Αικατερίνη Λευθέρη το γένος Λουράντου, από τα Κύθηρα (γ.1889). Το 1912 εργαζόταν στο σπίτι κάποιου ναυάρχου στην Αθήνα· μάλλον φωτογραφήθηκε κατά τη διάρκεια απογευματινής εξόδου, αφού φοράει τα καλά της, συμπεριλαμβανομένου του κομψού καπέλου. Η έκφρασή της φαίνεται λίγο φοβισμένη, και τα χέρια της σφίγγουν γερά το τιμόνι, σαν να φαντάζεται τον εαυτό της να βουτάει μέσα από τα σύννεφα.

April 12, 2010


The Italian psychiatrist and professor of “criminal anthropology” Cesare Lombroso believed a person’s face could reveal evidence of a predisposition to criminal behaviour. Enlisting photography in support of his theories, he assembled an extensive collection of photographic portraits of criminals in Italian and German prisons, hoping to deduce from them those characteristics which would identify social deviants through appearance alone. In his book L’homme criminel (Paris, 1887), he concluded that “we can now ascertain – with ease, simply by holding up a photograph – that among criminal men the predominant features are a massively developed jaw, sparse beard, hard eyes, thick hair and, secondarily, sticking-out ears, receding brow, a squint, and a misshapen nose”. His later descent into the wilder fields of racist eugenics and Social Darwinism helped discredit his views, but though there was clearly no scientific basis to Lombroso’s speculations, photography inevitably became an important tool of criminology, detection and, in the wrong hands, repression.

The idea that a person’s photograph can tell you anything much about their morality is of course suspect. Nevertheless… The mug shots above, which I first came across on (Notes on) Politics, Theory & Photography, are of members of a Christian fundamentalist terrorist group called Hutarees. Based in the state of Michigan, they were arrested in March 2010 for, according to the New York Times, “plotting to kill law enforcement officers in hopes of inciting an antigovernment uprising”. The Hutaree website speculates, amongst other interesting concepts, that the Antichrist appeared on January 1st, 2007, and that his name is Javier Solana, then NATO Secretary General and later Secretary-General of the European Union.

Looking at these portraits, what comes almost automatically to mind is the Lombrosian term “moral imbecile”. And yet context is, as always, paramount. How civilised would any of us look in a US law-enforcement mug shot? Indeed, simply examine the photograph in your driving license, passport or identity card and ask yourself how it could look on a wanted poster. To balance the possibly unfair police mug shots, however, consider a photograph of the same group chosen by themselves and posted prominently on their website, file name “happy pics”:

Ο Ιταλός ψυχίατρος και καθηγητής εγκληματολογίας Cesare Lombroso πίστευε πως η προδιάθεση για εγκληματική δραστηριότητα ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του ανθρώπου. Επιστρατεύοντας τη φωτογραφία για να στηρίξει τη θεωρία του, δημιούργησε συλλογή από χιλιάδες φωτογραφικά πορτραίτα φυλακισμένων στη Γερμανία και την Ιταλία, ελπίζοντας να ανακαλύψει ποια ακριβώς χαρακτηριστικά σφραγίζουν το πρόσωπο εν δυνάμει αντικοινωνικών ατόμων. Στο βιβλίο του Ο εγκληματίας άνδρας (Παρίσι, 1887), συμπέρανε πως “μπορούμε πια πολύ εύκολα, κοιτάζοντας απλώς μια φωτογραφία, να βεβαιωθούμε ότι στη τάξη των εγκληματιών επικρατούν τα υπερτροφικά σαγόνια, τα αραιά γένια, τα σκληρά μάτια και τα πυκνά μαλλιά…”. Η μετέπειτα ενασχόληση του με τον ρατσισμό, το ευγονισμό και τον κοινωνικό δαρβινισμό βοήθησαν στο να πέσουν σε ανυποληψία οι θεωρίες του, η φωτογραφία όμως εδραιώθηκε ως βασικό εργαλείο της αστυνομικής έρευνας, της εγκληματολογίας και, σε λάθος χέρια, της καταπίεσης.

Η ιδέα πως μια φωτογραφία έχει κάτι να πει σχετικά με τις ηθικές αρχές του εικονιζόμενου είναι βεβαίως κάθε άλλο παρά επιστημονική. Εντούτοις… Τα φωτογραφικά πορτραίτα στην αρχή του λήμματος αυτού απεικονίζουν τα μέλη μιας τρομοκρατικής ομάδας Χριστιανών φονταμενταλιστών που αυτοαποκαλούνται Χάτερι. Βασισμένοι στην πολιτεία του Michigan,  σύμφωνα με τους New York Times συνελήφθησαν τον περασμένο Μάρτιο επειδή σχεδιάζαν να δολοφονήσουν αστυνομικούς, με σκοπό να προξενήσουν γενικευμένη εξέγερση. Στην ιστοσελίδα των Χάτερι συναντάμε, μεταξύ άλλων πρωτότυπων ιδεών, την πληροφορία ότι ο Αντίχρηστος δεν είναι άλλος από τον τότε Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Χαβιέρ Σολάνα.

Μελετώντας τις φωτογραφίες αυτές, δύσκολα θα αποφύγουμε να θυμηθούμε τον Λομπροσιανό χαρακτηρισμό “ηθικά ηλίθιοι”. Και όμως, τα συμφραζόμενα μιας φωτογραφίας είναι πάντοτε ύψιστης σημασίας. Πόσο πολιτισμένοι θα φαινόμασταν, οι περισσότεροι από μας, αν η φωτογραφία της ταυτότητάς μας δέσποζε πάνω από τη λεζάντα “καταζητείται”; Για να αντισταθμίσω λοιπόν σε κάποιο βαθμό τα - άδικα ίσως - αστυνομικά πορτραίτα των πρωταγωνιστών μας, διάλεξα την δεύτερη, ομαδική φωτογραφία, την οποία οι ίδιοι ανάρτησαν στην ιστοσελίδα τους. Ο τίτλος του ψηφιακού αρχείου της εν λόγω φωτογραφίας είναι “χαρούμενες εικόνες”.

April 7, 2010


Yiorgis Yerolymbos, Monument Valley (2010)

Reflections on the strangeness and remoteness of the American natural and urban landscape, emphasising the other-worldly nature of its light.

Στοχασμοί πάνω στην αινιγματική αποστασιοποίηση του Αμερικανικού φυσικού και αστικού τοπίου, με έμφαση στο απόκοσμο φως που το χαρακτηρίζει.
Yiorgis Yerolymbos, Road Trip: USA at a.antonopoulou.art, Athens, to 29 April.

April 3, 2010


Box camera, Athens (1978)

A home-made street photographer's box camera displayed in an Athens antique shop. It was usual for the photographer to include samples of his work behind a sheet of glass on the side of the box as a form of advertisement. This is an particularly good selection, characteristic of the three categories of imagery the photographer would most often have been called upon to provide: individual portraits, often printed small for official use on identity cards and the like; group souvenir portraits in front of prominent landmarks like the Academy; and formal street events such as parades or religious processions. These were mostly taken during the late sixties and early seventies - in other words, during the colonels' dictatorship, which explains the heavy preponderance of patriotic and religious ceremonial. The large portrait in the middle, second from the top, is of General Phaidon Gyzikis, nominal head of state from November 1973 to December 1974. Below the general is a photograph of King Constantine parading in full uniform - something he would never again have the opportunity of doing after his doomed  counter-coup of December 1967, thus providing a useful terminus a quo for the collection.

Η παροπλισμένη μηχανή κάποιου πλανόδιου φωτογράφου, εκτεθειμένη σε Αθηναϊκό παλαιοπωλείο το 1978. Τα αναρτημένα δείγματα καλύπτουν τις τρεις δημοφιλέστερες κατηγορίες φωτογραφιών που προσέφεραν οι πλανόδιοι: ατομικά πορτραίτα, συχνά τυπωμένα μικρά για επίσημη χρήση σε ταυτότητες, ομαδικά αναμνηστικά ποτραίτα μπροστά σε γνωστά μνημεία όπως η Ακαδημία, και σκηνές δρόμου. Οι φωτογραφίες αυτές προφανώς χρονολογούνται από την εποχή της χούντας, όπως φαίνεται και από τον μεγάλο αριθμό στρατιωτικών παρελάσεων, θρησκευτικών τελετών και άλλων πατριωτικών εκδηλώσεων. Το μεσαίο πορτραίτο, δεύτερο από πάνω, απεικονίζει τον στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη, τύποις αρχηγό κράτους από τον Νοέμβριο 1973 μέχρι τον Δεκέμβριο 1974. Ακριβώς από κάτω παρελαύνει ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος – δραστηριότητα που δεν θα ήταν δυνατόν να επαναληφθεί μετά το αποτυχημένο αντικίνημα του Δεκεμβρίου 1967.

April 2, 2010


King’s College, London, is probably the single most important academic forum for Modern Greek studies outside Greece, housing as it does the Department of Byzantine & Modern Greek Studies (an obvious yet uncommon pairing), the Centre for Hellenic Studies and the Koraes Chair in Modern Greek and Byzantine History, which dates back to 1918. Nevertheless, reflecting the dramatic power transfer in British universities from academics to administrators, the department was recently a candidate for dismemberment (along with the UK’s only, and much admired, chair in palaeography). As Iain Pears points out in a recent letter to the London Review of Books, “such administrators identify themselves as the masters of the institution, not its servants, and come to regard academics who were once colleagues as employees to be managed” (Vol.23 no.6, 25/3/2010).

The proposal generated considerable opposition, including a petition started by professors Mark Lauxtermann of Oxford and Konstantinos Dimadis of Freie Universität Berlin, which pointed out that “the ideal of Hellenism in its broadest sense, for which King’s stands, is reflected in its Centre for Hellenic Studies and in the Koraes chair”; it eventually garnered a total of 9,192 online signatures.

It is pleasant to record that for once, the angels appear to have scored a victory. On 25 March, Greek independence day, it was announced that the department had been reprieved through incorporation into the Centre – a Solomonic sort of judgement, but not, all things being equal, a bad idea at all. According to a press release from the college, “King’s College London has operated a Centre for Hellenic Studies since 1989. As a research centre it has until now co-ordinated the activities of several departments, but has not had its own dedicated staff or registered students. Under the new arrangements, the Centre for Hellenic Studies will incorporate the Department of Byzantine & Modern Greek Studies, including its staff. Students will be registered in the Centre and it will be able to run its own teaching programmes”.

An important part of the Centre’s future programme is a three-day conference planned for June of next year, entitled “Greek (Hi)stories through the Lens: Photographs, Photographers & their Testimonies” and focusing on photographic depiction of Greeks and Greece from the 1840s to the present “in an empirical, and where appropriate, theoretical and comparative context”. To the best of my knowledge, this will be the first time ever Greek photography is to be the object of such intense and concentrated scrutiny.

As an interesting footnote to this issue, I was amused to discover that the Koraes chair had been the object of a bitter row in the twenties when the chair’s first holder, Arnold Toynbee, was forced to resign after publishing a book highly sympathetic to the newly emergent Turkish nationalism in which he argued, presciently and of course correctly, that Greece’s Anatolian adventure was doomed. As Richard Clogg, who wrote his own book about the affair (Politics and the Academy, 1986 – now out of print and very expensive), concluded in a more accessible article, “in bid to avoid controversy, King’s College and London University, against the intentions of the chair’s founders, have since only appointed those interested in the calmer waters of Byzantium or literature rather than the treacherous shoals of Greek modern history and politics” (Times Higher Education, 6/6/1997). Amen.