August 26, 2011


Primers and hornbooks, their ancestors, which reduce the complexity of the world to a simple catalogue of isolated and familiar objects (the cat, the ball), teach children their first letters. However, they have another role, less apparent but perhaps more crucial: they reveal for the first time the mysterious relationship between object and word, between the material and the abstract (the relationship which René Magritte simultaneously underlined and undermined when he painted a pipe and added a text saying “this is not a pipe”).

Primer illustrations, traditionally in the form of wood engravings and, later, of simple line drawings, are intended to reduce the pictured objects to their simplest lineaments, isolating them from the world: the cat and the ball are in a sense idealised, freed from the bonds of the quotidian and almost achieving the status of platonic archetypes. The primer’s mission is to reject every trace of ambiguity or ambivalence: things as things (res, qua res sunt).

Nevertheless, a photographic primer is in effect a contradiction in terms, since ambiguity is an essential quality of the photographic medium: the photograph always lies. And even when it doesn’t, it remains incapable of fending off the world’s encroachment into the picture space, defeating any attempt at an idealising isolation. And so, despite the apparent certainty of the written word,  the image constantly evades meaning: the Ladder merges with its shadow, the Surface flips between transparency and reflection, the humble Towel becomes a gonfalon gilded by the light, the Stairway turns into Jacob’s ladder. The world, says Thoreau, is far wider than we know…


Τα αλφαβητάρια, που περιορίζουν την πολυπλοκότητα του κόσμου σε έναν απλό κατάλογο μεμονωμένων και γνώριμων αντικειμένων (το τόπι, η γάτα) μαθαίνουν στα παιδιά τα πρώτα τους γράμματα. Έχουν όμως και έναν άλλο ρόλο, λιγότερο εμφανή αλλά ίσως σημαντικότερο: αποκαλύπτουν για πρώτη φορά τη μυστηριώδη σχέση αντικειμένου και λόγου, υλικού και ιδεατού (τη σχέση που υπογραμμίζει και υποσκάπτει συγχρόνως ο René Magritte, ζωγραφίζοντας μια πίπα και προσθέτοντας από κάτω τη φράση «αυτό δεν είναι πίπα»).

Η εικονογράφηση των αλφαβηταρίων, παραδοσιακά με ξυλογραφίες, αργότερα συνήθως με μονόχρωμα σχέδια, έχει σκοπό να απλουστεύσει στο έπακρων το εικονιζόμενο αντικείμενο, απομονώνοντας το όσο γίνεται περισσότερο από τον κόσμο: το τόπι και η γάτα παρουσιάζονται εξιδανικευμένα, σχεδόν πλατωνικά αρχέτυπα, απαλλαγμένα από τα πολυσύνθετα δεσμά της καθημερινότητας. Αποστολή του αλφαβηταρίου είναι η αποποίηση κάθε αμφισημίας ή αμφιβολίας: τα αντικείμενα ως αντικείμενα (res, qua res sunt).

Εντούτοις, ένα φωτογραφικό αλφαβητάρι αποτελεί ουσιαστικά αντιφατική πρόταση, αφού η αμφισημία είναι εγγενές χαρακτηριστικό του φωτογραφικού μέσου: η φωτογραφία πάντα ψεύδεται. Και όταν ακόμα δεν ψεύδεται, αδυνατεί να αποκλείσει τη βίαιη εισροή του κόσμου μέσα στον χώρο της εικόνας, εκμηδενίζοντας  κάθε προσπάθεια απομόνωσης ή εξιδανίκευσης. Έτσι λοιπόν η εικόνα, παρά την υποτιθέμενη αδιαφιλονίκητη σιγουριά που προσφέρει ο γραπτός λόγος (η «λεζάντα», τουτέστιν ο μύθος), συνεχώς υπεκφεύγει: η Σκάλα γίνεται η σκιά της, η Επιφάνεια παίζει ανάμεσα στο διαφανές και το αδιαφανές, η ταπεινή Πετσέτα είναι συγχρόνως φλάμπουρο στο φως, το Κλιμακοστάσιο γίνεται Κλίμακα του Ιακώβ. Ο κόσμος, λέει ο Thoreau, είναι πολύ ευρύτερος απ’ ότι φανταζόμαστε...