March 25, 2011


 Patrick Cariou, from Yes, Rasta
 A federal judge in Manhattan has ordered Richard Prince to destroy a series of artworks apparently worth several tens of millions of dollars. The work in question consisted of reproductions of photographs by the French photographer Patrick Cariou, lifted from his book Yes, Rasta and roughly and very minimally overpainted by Prince; according to the court, Prince and his gallery, Gagosian, were in clear breach of Cariou’s copyright. “He and the gallery”, reported the Guardian, “were found to have acted in bad faith by not asking permission to use Cariou's photographs or withdrawing them from sale when the photographer sent them notice”.

While I’m not usually a supporter of ongoing American attempts to increase and widen the scope of copyright in all directions, it’s impossible not to sympathise with Cariou in this case. Prince is a tedious artist who place is more in the discourse of art business than that of art. His value is effectively limited to providing a useful paradigm of the concept of appropriation (itself a concept of severely limited interest); once the point is made, which shouldn’t take more than a handful of seconds, the intellectual and artistic content of Price’s work has been exhausted.

The crassness of the defendants was reflected in the language of their legal representatives, who asserted that Cariou's photographs were "mere compilations of facts … arranged with minimum creativity … [and were] therefore not protectable" by copyright law. The defence, one which has been used with some success in the past, was based on the premise that the appropriated work, lacking all artistic merit of its own, had if anything been improved by Prince’s scribbles. As it happens, Cariou’s Rastafarian portraits (see above) are impressively skilled and powerful images, and it strikes me that the photographer could well have sued Prince, not so much for copyright infringement as for artistic vandalism.

March 16, 2011


 Stelios Efstathopoulos: Athens Within, 2011

The hottest subject for computer games these days is zombies. Blank-eyed, shuffling, homicidal, the living dead who pursue and are pursued by the player down the endless avenues, streets and alleys of anonymous city centres. City centres like the Omonia-Syntagma-Thiseion triangle, decaying heart of Athens and the subject of Stelios Efstathopoulos’ latest photographic sequence. Currently showing at the Hellenic American Union, Athens Within focuses on the area’s shifting population, but the real protagonist seems to be the disintegrating environment through which the former move or drift.

There is nothing remotely nostalgic about this dystopic view of Athens, dominated as it is by brutalist concrete architecture seen from the worst possible angle, namely from street level and close-up. Through narrow concrete and brick labyrinths, past the signs of a consumerist economy on its last legs, through drifts of rubbish, moves a population seemingly lost, drugged or at best, indifferent. There are few signs of either community or redemption: just two street people sharing a cigarette, a child absorbed in play, the stray dogs with their irrepressible jauntiness. Every available surface seems to have been defaced either by graffitied tags or the much vaster surfaces of graffiti “art”, though it is hard to tell which of these two forms of vandalism is the more aggressive and contemptuous of the social contract.

Greece has no very strong tradition of street photography in either the French (Cartier-Bresson) or the American (William Klein) style; the best examples we have tend either to the grotesque and sardonic, as do the street portraits of Periklis Alkidis, or to the surrealist quasi-abstraction of Nikos Panayotopoulos’ Common Imaginary Places. Efstathopoulos’ contribution, all the more welcome and surprising for going against the grain of most contemporary Greek photographic production, is an impressive addition to the genre. It is also, seen from the perspective of the current social and economic crisis in which Greece appear to inexorably mired, a saddening requiem to what was once a vibrant (if never particularly elegant) capital city centre, now reduced to the status of stage setting for a zombie hunt…
Athens Without can be seen at the Hellenic American Union, Massalias 22, to 5 April


Το δημοφιλέστερο θέμα ψηφιακών παιχνιδιών σήμερα είναι τα ζόμπι: αιμοβόροι ζωντανοί νεκροί που σκουντουφλάνε στους ατελείωτους δρόμους ανώνυμων αστικών κέντρων, συγχρόνως κυνηγοί και θήραμα. Αστικά κέντρα σαν το τρίγωνο Ομόνοια-Σύνταγμα-Θησείο, σαθρή καρδιά της Αθήνας και θέμα της τελευταίας εργασίας του Στέλιου Ευσταθόπουλου. Η έκθεση Αθήνα εντός που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στην Ελληνοαμερικανική Ένωση εστιάζει στον εναλλασσόμενο πληθυσμό του τριγώνου, πραγματικός όμως πρωταγωνιστής μοιάζει να είναι το ίδιο το θρυμματισμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο οι άνθρωποι κινούνται ή απλώς πλανώνται.

Η δυστοπική αυτή θεώρηση της Αθήνας δεν έχει φυσικά τίποτε το νοσταλγικό. Δεσπόζουσα οπτική είναι η σκληρή Μοντερνιστική αρχιτεκτονική, ιδωμένη από τη χειρότερη δυνατόν γωνία, από το επίπεδο δηλαδή του δρόμου και από κοντινή απόσταση. Μέσα σε στενούς τσιμεντένιους λαβυρίνθους, δίπλα στα σημάδια μιας εν διαλύσει καταναλωτικής κοινωνίας, πάνω από σωριασμένα σκουπίδια κινείται ένας πληθυσμός χαμένος, ναρκωμένος ή στην καλύτερη περίπτωση, αδιάφορος. Ελάχιστα βλέπουμε δείγματα κοινωνικότητας ή ελπίδας: μονάχα δύο άστεγοι που μοιράζονται τσιγάρο, ένα παιδί απορροφημένο στο παιχνίδι, τα αδέσποτα σκυλιά με την ασυγκράτητη ξενοιασιά τους. Κάθε επίπεδη επιφάνεια έχει μαγαριστεί είτε από μονογραφικά tags είτε από τα πολύ εκτενέστερα ‘καλλιτεχνικά’ δήθεν γκραφίτι - αν και δύσκολα θα μπορούσε κανείς να πει ποια από τις δύο αυτές μορφές βανδαλισμού εκφράζει μεγαλύτερη περιφρόνηση προς το κοινωνικό συμβόλαιο.

Η Ελλάδα δεν διαθέτει ισχυρή παράδοση φωτογραφίας δρόμου, είτε της Γαλλικής σχολής  (Cartier-Bresson) είτε της Αμερικάνικης  (William Klein)· τα καλύτερα παραδείγματα του είδους που έχουμε να επιδείξουμε τείνουν από τη μία στο γκροτέσκο και το σαρδόνιο, όπως τα πορτραίτα δρόμου του Περικλή Αλκίδη, και από την άλλη προς τον αφαιρετικό υπερρεαλισμό των Κοινών Φανταστικών Τόπων του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Η πρόταση του Ευσταθόπουλου είναι ιδιαιτέρως ευπρόσδεκτη αλλά και αναπάντεχη, καθώς εναντιώνεται στις κυρίαρχες σήμερα φωτογραφικές τάσεις στην Ελλάδα. Παράλληλα, στο πλαίσιο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην οποία η χώρα βυθίζεται καθημερινά, αποτελεί θλιβερή ελεγεία για ένα άλλοτε σφύζων (αν όχι ιδιαιτέρως αρμονικό) αστικό κέντρο, που κατάντησε σκηνικό για άθλια ψηφιακά παιχνίδια...
Η έκθεση Αθήνα εντός θα είναι στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, Μασσαλίας 22, μέχρι τις 5 Απριλίου.